Ξένοι σε ξένη χώρα, ή απλά μέτοικοι στην ευρωπαϊκή γειτονιά;

... Και είναι η πρώτη μέρα μου στην Πράγα. Έκανα την συνέντευξη και συμφωνήσαμε να παρουσιαστώ για να κάνω τα διαδικαστικά, υπογραφές και να συναντήσω τον manager μου από κοντά και μετά να πάω στο ξενοδοχείο που μου έχουν κλείσει μέχρι να βρω σπίτι. Η εταιρία είναι καλή και φροντίζει στην μετοίκηση των ανθρώπων που θα δουλέψουν από το Hub για τις χώρες τους. Έχω λοιπόν τη βαλιτσούλα μου, πάω σε έναν σταθμό που δεν γνωρίζω, σε μια πόλη που δεν έχω καλά-καλά ξεκαθαρίσει που στην Ευρώπη είναι και με μια γλώσσα που σίγουρα δεν έχω ξανακούσει, πόσο μάλλον να καταλαβαίνω ή να μιλάω. Είναι όμως μια πόλη κόσμημα, και ακόμα και το να χαθώ στους δρόμους της, δεν με πειράζει. Στη χειρότερη θα πάρω ένα ταξί, θα δείξω τη διεύθυνση και τυφλοσούρτη θα με πάνε. Ε, κάποιος θα μιλάει τα αγγλικά, ε;



Για τις επόμενες 5-6 μέρες θα πάω στο γραφείο για μερικές ώρες, θα κάνω τα απαραίτητα εκπαιδευτικά για τους κανόνες συμπεριφοράς και τις εταιρικές οδηγίες κλπ., τα πρακτικά για τα email για το πάσο, τον υπολογιστή και άλλα βασικά. Τα απογευματάκια -γιατί αντίθετα με την Ελλάδα εδώ κλείνουν νωρίς τα μαγαζιά- έτρωγα και σε ένα διαφορετικό εστιατόριο και προσπαθούσα να "ρουφήξω" την καινούρια μου πόλη. Μέχρι εκείνη την ώρα ήταν λίγο σαν business trip. Έμοιαζε τόσο προσωρινό. Θυμάμαι τις συζητήσεις μου στην Αθήνα, όταν ανακοίνωνα πως "έπιασα δουλειά στην Πράγα" και η ερώτηση ήταν συχνά "δηλαδή θα σάς εκεί ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ;;;" και αστειευόμενος τους έλεγα πως "αν είναι να με θάψουν εκεί, θα σας φώναζα στην κηδεία μου". Το "για πάντα" ήταν τόσο περίεργο... Για κάποιον που είχε 20 μετακομίσεις μέχρι τα 20 μου, η έννοια του μονίμου, μου φάνταζε τόσο ξένη όσο οτιδήποτε. Ορίστε μια περιπέτεια λοιπόν. Είμαι καλυμμένος από τα πρακτικά της επιβίωσης -ή έτσι νόμιζα τέλος πάντων- και πάμε για να δούμε πως είναι η ζωή σε μία πανέμορφη ευρωπαϊκή πόλη.


Το πρόγραμμα είχε ως εξής: Θα κατέβαινα για μία γρήγορη "καταδρομική" στην Αθήνα να γνωρίσω και την ομάδα εκεί, και θα ξανανέβαινα στην Πράγα να ξεκινήσω τις προετοιμασίες για να ξεκινήσω τη δουλειά μου όσο έβρισκα σπίτι με τη βοήθεια κάποιου πράκτορα/μεσίτη μια και τα αγγλικά δεν ήταν τόσο διαδεδομένα στη χώρα αυτή. Έμαθα το σύστημα και έκλεισα τις πτήσεις μου. Πέταξα μια φορά ακόμα για την Ελλάδα σαν να ήμουν σε διακοπές. Το 2ο βράδυ πίσω, έμεινα στων γονιών μου, μια και είχα ξενοικιάσει το διαμέρισμά μου -ήμουν πλέον "ξένος" ΚΑΙ στην Αθήνα. Είχα όμως την μοτοσυκλέτα μου, και είχα σκοπό να πάω να πάρω από την αποθήκη που είχα τα πράγματά μου, ζεστά ρούχα για να κυκλοφορώ στην κρύα, χειμωνιάτικη Πράγα.

Στο δρόμο, οδηγούσα αρκετά χαλαρά -αντίθετα με τις συνήθειες μου όταν ζούσα στην αθηναϊκή πόλη. Πόσο γρήγορα ξεσυνήθισα το πόσο "πόλεμος είναι εκεί έξω" στους δρόμους της Αθήνας. Σκεφτόμουν, πόσο περίεργο μου είχε φανεί πως τα αυτοκίνητα στην Πράγα σταματούσαν μόνο και μόνο που πλησίαζα στην άκρη του πεζοδρομίου, πιστεύοντας πως θα περάσω. Σκεφτόμουν πως αν είχα τέτοιες αξιώσεις στην Ελλάδα, απλά θα με πατούσαν ερχόμενοι μάλιστα από την αντίθετη φορά σε έναν μονόδρομο, αν δεν πρόσεχα. Και έτσι οδηγούσα "αμυντικά". Πήγαινα αργά και προσεκτικά, με έναν αέρα λίγο του "τουρίστα". Αυτό ήταν και το μοιραίο λάθος μου. Αν μπεις σε μάχη και δεν πολεμήσεις, θα σκοτωθείς. Αυτό παραλίγο να συμβεί.


Από την μεσαία λωρίδα, η κυρία είπε στον κύριο και οδηγό "εδώ κάνε δεξιά", και αυτός έκανε. Και έστριψε επάνω μου. Η μηχανή έπεσε επάνω μου και αν και οι μπάρες στο πλάι προστάτεψαν το σύνολο του ποδιού, το πέλμα πιάστηκε από κάτω από την 250 κιλά μηχανή και σύρθηκε 4-5 μέτρα, με την σάρκα μου να τρίβεται στην άσφαλτο. Στην αρχή δεν κατάλαβα τι συνέβη. Πονούσα λίγο, αλλά ήταν όλα μουδιασμένα. Κοιτάζω το παντελόνι μου, είχε λίγο σχιστεί, κοίταξα την κάλτσα και είχε αίμα, και λέω "ωχ, έκανα πληγή". Μόλις την έβγαλα προσεκτικά και είδα το κόκκαλο στον λευκό χόνδρο να προβάλλει, σκέφτηκα "ωχ. Αυτό θα πονέσει σε λίγο". Με πήγαν γρήγορα σε ένα κοντινό νοσοκομείο όπου μου έκαναν την κατάλληλη τοπική αναισθησία και μου έκαναν δύο-τρεις στρώσεις ραμμάτων και μου έβαλαν γύψο και μου είπαν... "κρεβάτι για 2 εβδομάδες, και μετά έλα να μας δεις πάλι". Εγώ, όλο χαζή απορία αποκρίθηκα "Μα... εγώ πρέπει να είμαι στην Πράγα σε μία εβδομάδα! Τι θα κάνω;". Με ένα χαμόγελο μου είπε η νοσοκόμα... "Απλά δεν θα είσαι. Ενημέρωσε όποιους πρέπει και δρόμο για το κρεβάτι, διότι αυτό θα πονάει όταν περάσει η αναισθησία. Θες να είσαι όσο πιο άνετα μπορείς. Θα περπατήσεις μετά από 2-3 εβδομάδες με πατερίτσες και ο γύψος θέλει πάνω από ένα μήνα. Να χαίρεσαι που δεν έσπασες τίποτα και δεν έπαθαν τίποτα τένοντες να έχεις μόνιμη βλάβη! Άντε, δρόμο!"


Και την επόμενη μέρα ενημέρωσα την Αθήνα και την Πράγα.

Και έμεινα 2 εβδομάδες στο κρεβάτι, με τη μαμά να με φροντίζει όπως είχε δεκαετίες να το κάνει με το πόδι μου να πονάει όπως ποτέ πριν (ήταν το πρώτο μου δυνατό δυστύχημα με μηχανή, παρόλα τα χρόνια που οδηγούσα).

Και όταν έμαθα πως οι μέρες που είχαν κλεισμένο το ξενοδοχείο στην Πράγα με τα πράγματά μου τελείωναν, ένας συνάδελφος Έλληνας θα φιλοτιμούνταν να πάει από εκεί, να βάλει σε μια σακούλα όλα μου τα πράματα όπως-όπως, για να αδειάσει το δωμάτιο.

Και τελικά πέρασαν 3 εβδομάδες και στην τέταρτη, έκλεισα εισιτήριο να πάω Πράγα με πατερίτσες. Στο αεροδρόμιο με καροτσάκι και στο αεροπλάνο με κουβάλησαν και έφτασα πίσω στην "ξένη χώρα" με ακόμα ένα μειονέκτημα: Ήμουν όχι μόνο παράταιρος, αλλά και "με ειδικές ανάγκες" έστω και προσωρινώς -ήλπιζα. ΄


Όταν έφτασα, μου είχαν κλείσει μία πανσιόν -σκάλες κατώτερη προφανώς- που ευτυχώς όμως είχε ασανσέρ. Πήγαινα και ερχόμουν με ταξί στο γραφείο με πολύ πόνο, και ούτε λόγος για βόλτες στην πόλη. Έτρωγα ένα χάμπουργκερ ή μια πίτσα -ή όταν αισθανόμουν τύψεις- και έπεφτα για ύπνο με λίγη μουσική στα ακουστικά. Που να βρω κουράγιο για να περπατήσω να πάω να δω σπίτια; Έβλεπα το επίδομα μετοίκησης να εξατμίζεται στην πρόχειρη ζωή μου, τις επιλογές μου σε διαμερίσματα να λιγοστεύουν και τη δουλειά να ξεκινά πραγματικά να πιέζει μια και ναι μεν υπήρχε κατανόηση αλλά... Έκλεισε το πρώτο τρίμηνο και δεν είχα κάνει ολόκληρη την εκπαίδευση. Είχα μείνει πίσω στους στόχους της θέσης που κάλυπτα, πονούσε το πόδι μου, και αντί για ένα όμορφο διαμέρισμα σε καινούριο κτήριο κοντά στο ποτάμι, είχα κλείσει ένα δυάρι σε μια κομμουνιστική πολυκατοικία στην άκρη της πόλης και περιμένοντας να πληρωθώ τον πρώτο μισθό χωρίς μπόνους ή οτιδήποτε.


Άμυνα στα οικονομικά, οικοσκευή πρώτης κατοικίας ούτε καν από τα ΙΚΕΑ, αλλά από σούπερ-μάρκετ, φαγητό μέσα συνεχώς για να καλύψουμε τα έξοδα αλλά και διότι ακόμα και μετά την αφαίρεση του γύψου, το περπάτημα για πάνω από 10' δεν το συζητούσα καν. Άμυνα στην κοινωνικοποίηση, μια και δεν μπορούσα ούτε να κάνω παρέα με τους Τσέχους συναδέλφους, μη γνωρίζοντας τη γλώσσα, ούτε με τους λεγόμενους "expats" (εξπάτριοτς) που είχαν ήδη τακτοποιήσει τη ζωή τους σε όμορφα διαμερίσματα, είχαν κάνει εκπαιδεύσεις, είχαν μαζέψει λεφτά και απολαμβάναν τη νέα τους περιπέτεια. Αναρωτιόμουν πόσο ακόμα θα έκανα για να "μπω κι εγώ σε μια σειρά". Φυσικά, σιγά-σιγά μπήκα.


Παράλληλα με τη δουλειά, μετά το πέρας της, έκανα μερικά μαθήματα για τη γλώσσα, "στήθηκε" το διαμέρισμα και έγινε αυτό που λέμε "home" ("η κομμούνα του ενός" όπως το έλεγα τότε), Γνώρισα και 2-3 άτομα ακόμα Έλληνες και Ρουμάνους και Αυστριακούς και Ούγγρους και Τούρκους και Πολωνούς και φυσικά και μερικούς Τσέχους, με πρώτο ήρωα τον μάνατζερ μου που μπόρεσε και μου έδωσε το "χώρο" μου για να μην χάσω τη γη κάτω από τα πόδια μου, και να μπορέσω σιγά-σιγά να αναλάβω τις ευθύνες μου απέναντι στη συμφωνία μας.


Αυτό που μου έκανε εντύπωση, πέραν από την οργάνωση που είχαν οι "ξένοι" -και μεταξύ μας, το περίμενα- ήταν η προσήλωσή τους στο να θέτουν ξεκάθαρα όρια μεν, αλλά με εσωτερικό, συναισθηματικό "χώρο" για τις πιθανές ατυχίες. Η κατανόησή τους, άσχετα αν ήταν συναισθηματική ή όχι, προς εμένα ήταν πρακτική και φροντιστική. Με τον καιρό, έμαθα να κερδίζω και τον σεβασμό τους, μια και με φιλότιμο, ότι περνούσε από το χέρι μου το έκανα. Φυσικά, βοηθούσε πως δεν ζητούσαν παραπάνω από αυτό που χρειάζονταν. Με τους Έλληνες, είχα περισσότερο πρόβλημα με τα διάφορα "εξτρά" που εννοούνταν. Εκεί ήταν που οι κανόνες ήταν ελαφρώς... "γκρίζοι" όπως και οι ώρες εργασίας και τα μετρήσιμα μεγέθη και... η συνεννόηση. Τα διπλά μηνύματα έμοιαζαν να έρχονται και να πιέζουν περισσότερο από το τηλέφωνο την μία φορά την ημέρα που μιλούσαμε, παρά όλων των προϊσταμένων μαζί που ήταν στα διπλανά γραφεία από εμένα. Εκεί έμαθα πως ένας μάνατζερ, πραγματικά ήταν ένα φίλτρο κουτσουλιάς. Είτε από κάτω προς τα πάνω, είτε από πάνω προς τα κάτω, ένας καλός μάνατζερ έχει να προσηλωθεί στο στόχο του μεν, αλλά και να φροντίζει να έχει την ομάδα του να λειτουργεί προς τον ίδιο στόχο. Όχι "θόρυβοι" από άσχετες πιθανότητες, ίντριγκες, πρότζεκτ κλπ προς τα πάνω για να είναι ξεκάθαρα τα νούμερα στους δικούς του προϊστάμενους. Όχι πολλές, διαφορετικές και περίεργες πληροφορίες/εντολές προς τους υφιστάμενους του, ώστε να έχουν καθαρό μυαλό να του παρέχουν ότι τους ζητήσει μέσα σε χρονικά περιθώρια που χρειάζεται για να δώσει την εικόνα που χρειάζεται προς τα πάνω.


Αν ήταν κάτι ξένο σε μένα, δεν ήταν τόσο η χώρα. Τελικά, δεν ήταν το σοκ, τόσο της κουλτούρας, της γλώσσας, των συνηθειών, των εικόνων, της αλλαγής. Το σοκ ήταν της διαφορετικότητας ως προς τα συνεχή διπλά μηνύματα και τις αοριστίες της ελληνικής πραγματικότητας. Όχι πως όλα ήταν τέλεια εκεί. Όχι πως παντού ήταν τα ίδια. Απλά, η συγκυρία ήρθε έτσι ώστε μία πραγματικά αγχωτική εξέλιξη να με βοηθήσει να καταλάβω τι πραγματικά ήταν σημαντικό προκειμένου η ζωή μου να είναι λειτουργική, ήρεμη -όσο μπορούσε- και τι πραγματικά να επιδιώξω είτε έμενα "για πάντα" σε αυτή τη χώρα, είτε επέστρεφα, είτε πήγαινα κάπου αλλού. Το σίγουρο ήταν πως "είχα κερδίσει την πρώτη πίστα με ένα μόνο κανονάκι" και είχα περισσότερες επιλογές. Περισσότερη σταθερότητα, ήξερα τι να περιμένω και ήξερα και που ήταν τα όρια μου, και τα όρια της χώρας που διέμενα. Ήμουν τελικά πιο ξένος στην Ελλάδα από ότι εκεί, κι ας με κοίταζαν "σαν να τους είχα σκοτώσει τη γάτα" όταν άκουγαν να ζητάω κάτι στα αγγλικά.

Δεν πειράζει. Ήμουν σπίτι μου, και μάθαινα σιγά-σιγά...