Ο Κατακερματισμένος Εαυτός



Πέρασα τα πρώτα 25 χρόνια της ζωής μου -που θυμάμαι- να δυσκολεύομαι να κρατήσω μια ενιαία εικόνα του εαυτού μου στο νου μου. Δυσκολευόμουν να συνδέσω τις σκέψεις μου, με τη φωνή μου, με την εικόνα μου στον καθρέφτη, με την εικόνα μου σε φωτογραφίες και βίντεο, με το σώμα μου όπως το ένιωθα και το έβλεπα να κινείται στο χώρο, με την εικόνα που μου έδειχναν με τις πράξεις και τα βλέμματά τους οι άλλοι -σημαντικοί και μη- με το τι έγραφα στο βιογραφικό μου με... την ιστορία μου. Αισθανόμουν ένα παζλ προς συναρμολόγηση, όπου έπρεπε να πιστέψω πως όλα τα κομμάτια του έβγαζαν μια συνολική εικόνα, αλλά δεν είχα τρόπο να τα συνθέσω. Ίσως κάποια έλειπαν, ίσως ήταν λάθος η εικόνα, ίσως η εικόνα να ήταν αφηρημένη τέχνη, ίσως...


Ανασφάλεια.


Στις πρώτες ηλικίες τα πράματα ήταν πιο απλά: ήμουν αυτό που μου έλεγαν. Συνδυαστικά με συντελεστές βαρύτητας της γνώμης, κάτω από πολύπλοκες, άγραφες εξισώσεις και συχνά παράξενες συνιστώσες.

"Κακό παιδί" έλεγε η γιαγιά, "το καλύτερο παιδί του κόσμου" έλεγε η μαμά, άσχετο το γιατί σε κάθε περίπτωση, σάμπως ήξερα τη σημασία τους; Κέρδιζε η μαμά φυσικά, αυτή που εμπιστευόμουν περισσότερο γιατί την ήξερα περισσότερο και την είχα προ-κρίνει. Συνεπώς, ήμουν πάνω από το 50% καλό παιδί. Βέβαια, αν ήταν πολλοί αυτοί που έλεγαν ή έκαναν κάτι που δεν "κόλλαγε" στο τι έλεγε η μαμά, τότε υποψιαζόμουν πως η μαμά απλά με αγαπούσε τόσο που μου έλεγε κάτι που, ή ήταν ψέμα ή ζούσε σε έναν δικό της κόσμο, που σήμαινε πως δεν μπορούσα να εμπιστευτώ την κρίση της και όταν μπορούσα να την "δοκιμάσω". Ακόμα κι αν την πίστευα στο τέλος, το τι ήμουν, ήταν... ασαφές. Μια ιστορία που δεν έβγαζε τόσο νόημα. Οπότε επειδή δεν μπορούσα να σκεφτώ και παραπέρα, πίστευα, όσο ήταν όλος μου ο -μικρός- κόσμος, και τα πράγματα έβγαζαν νόημα. Καταπιεστικό μεν, ασφαλές δε.


Κουτσά-στραβά, βγήκε η νηπιακή και παιδική ηλικία, όπου έμαθα να αγαπάω όπως με αγαπούσαν (monkey see - monkey do). Απέκτησα φίλους και... εχθρούς. Οι δεύτεροι ήταν πιο εύκολο να τους δημιουργήσω όταν ήμουν σε καινούρια περιβάλλοντα, μια και το καινούριο και άγνωστο -ειδικά αν είναι διαφορετικό(τερο)- είναι απειλητικό και το φοβάμαι και με φοβάται. Κάθε καινούρια ιδέα ή συμπεριφορά διαταράσσει το σύστημα και το κάθε σύστημα έχει την τάση να προσπαθήσει να επιστρέψει σε μία ισορροπία (ομοιόσταση). Προκειμένου να γίνει αυτό χρειάζεται συστημικά να ενσωματωθεί η αλλαγή, να νοηματοδοτηθεί. "Οπότε μικρέ μου φίλε", -είπα στον εαυτό μου- "ή εγκλιματίζεσαι στην ομάδα, ή θα γίνεις παρίας, θα μείνεις απ' έξω και μόνος". Να πληρώσω το τίμημα της ομοιογένειας, ή να παραμείνω με τις ανάγκες μου, τις ανησυχίες μου, τα πάθη μου και τελικά... τι;


Και πάνω που έχω αρχίσει να αισθάνομαι μια άνεση στο σώμα μου, έρχεται η εφηβεία. Έρχονται οι ορμόνες που με αλλάζουν αλλιώς, από το "ψήλωσες" και το "μεγάλωσες" που είχα συνηθίσει, με περιγράφουν διαφορετικά οι άλλοι πια. Είτε αποζητώ την αλλαγή, είτε όχι, αυτή έρχεται ερήμην. Τώρα, δεν είμαι "το γλυκούλι" τόσο εύκολα. Έχω ρόλους. Αλλά, ακόμα θέλω να με θέλουν. Έχω την ανάγκη να θέλουν, θέλω και την απόλαυση του έρωτα. Αυτό, δεν συνάδει με την απόλαυση που μου έδιναν οι φροντιστές, οι γονείς μου, οπότε καλούμαι να την ψάξω αλλού. Οτιδήποτε άλλο, γίνεται περίπλοκο και υπάρχουν πολλές "ευκαιρίες" για τραύμα. Απολαμβάνω να βλέπω -για πρώτη φορά- άλλα αντικείμενα του πόθου μου, κι ας μη τα έχω. Οπότε, κι εκεί, ψάχνω να βρω πληροφορίες για το πως να προσεγγίσω. Θέλω να μήν "τρώω χυλόπιτα". Θέλω μεν, αλλά θα αρκεστώ σε ότι "πιστεύω πως μου αξίζει" ή "δικαιούμαι". Θεωρώ δεδομένα λιγότερα πράγματα στη ζωή μου. Οπότε... "μηδέν συν ένα, ίσον ένα". Δεν είναι δέκα, αλλά είναι ΕΝΑ παραπάνω από αυτό που είχα πριν.

Επίσης στις σχέσεις μου, κάνω παρέα με άτομα που, όχι απλώς "παίζουμε με τα παιχνίδια" όπως παλιά, αλλά τώρα "παίζουμε τα παιχνίδια της ζωής". Προετοιμάζομαι να βγω στην υπόλοιπη κοινωνία. Κάτι σαν να βγαίνω από τους συνοικιακούς δρόμους, σε έναν κεντρικό, όπου θα προετοιμαστώ να βγω στον αυτοκινητόδρομο ταχείας κυκλοφορίας. Έρχομαι σε επαφή με την ανάγκη του ανήκειν εκτός οικογένειας. Η κοινωνικοποίηση και η διαστρωμάτωση, σαν τα πλοκάμια ενός απειλητικού κράκεν, με σφιχταγκαλιάζουν και με τραβάνε μέσα να λάβω μια θέση ανάμεσα σε... διαφορετικούς ομοίους.

"Είσαι μαζί μας ή με τους άλλους;" είναι το δίλλημα.

Ναι, εγώ που είμαι; Κι αν είμαι και εδώ ΚΑΙ εκεί;

Σπάω σε κομμάτια προκειμένου να είμαι σε παραπάνω από μία ομάδες; Τι ρόλους παίζω;


Αν όμως δε βρω τρόπο να "συναρμολογήσω" έναν εαυτό;

Τα κομμάτια μου είναι εκεί, συχνά αντικρουόμενα:

  • Ο συναισθηματικός, υγρός εαυτός.

  • Το ασταθές σώμα που πασχίζω να καλλιεργήσω σύμφωνα με τις ανάγκες της εκάστοτε μόδας -ή όχι.

  • Το νευρικό κουβάρι των συνεχών αλλαγών της υπερηχητικής κοινωνίας που ταράζουν τόσο εμένα όσο και την οικογένεια.

  • Οι ελπίδες και οι πρώτες, ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ, πεποιθήσεις και ιδεολογικές στάσεις, όπως και το ασαφές του πως θα τις διεκδικήσω.

  • Τα παραδοσιακά "πρέπει οπωσδήποτε", "έτσι είναι", "αδύνατο". Τα όρια του παλαιού.

  • Οι εύθραυστες σχέσεις με τους γύρω μου, ειδικά με αυτούς που βρίσκονται στην ίδια "φουρτούνα" με μένα.

  • Η πρώτη πρακτική προσπάθεια να βρω τον ερωτικό εαυτό μου... τον προσανατολισμό μου, το κοινωνικό μου φύλο.


...και όλα αυτά μέσα σε ένα περιβάλλον που για να βγάλει νόημα, φτιάχνει "κουτάκια" και προσπαθεί να με χωρέσει, κατακρίνοντας οτιδήποτε περισσεύει. Οδεύω προς το κοινωνικό "κρεβάτι του Προκρούστη", του οποίου τον κίνδυνο καλούμαι να αντιμετωπίσω με ότι όπλα πιστεύω πως έχω, την αίσθηση όποιας αυταξίας. Μοιάζει σαν να γυρίζει ο τροχός της τύχης και να περιμένω που θα σταματήσει για να δω τι θα μου λάχει. Μαζεύω τα κομμάτια μου και φτιάχνω την ταυτότητα μου. Δεν πρόκειται για στιγμή αλλά για διεργασία που συμβαίνει από τα πρώτα χρόνια μέχρι το υπόλοιπο της ζωής μου. Αν όμως δεν παραμένω στη διαλεκτική με τον εαυτό, τότε η πάλη γίνεται αφόρητη όσο προχωρά η ηλικία μου και οι εμπειρίες. Προστίθενται τα συναισθήματα, ενισχύονται οι πυρηνικές μου πεποιθήσεις και δύσκολα αντικαθίστανται.


"Οκ λοιπόν. ΚΑΙ;" θα ρωτήσετε. "Και" στη διαδικασία αυτή, ξέρουμε πόσα μπορούν να πάνε στραβά. Μπορεί να μην μπορέσω να συνδέσω και να συνδεθώ με κομμάτια μου. Αν δεν ταιριάξουν μεταξύ τους, αλλά και με μια γενική, ποθητή εικόνα τότε παραμένω "το ασχημόπαπο", ακόμα κι αν περιστοιχίζομαι από κύκνους. Μα γιατί; Διότι αν εγώ δεν πιστεύω και δεν βλέπω το όλον του εαυτού μου, κινδυνεύω στο να αναλώνω την ενέργειά μου στο να πείσω για την αξία μου. Μιλάω πολύ ή δε μιλάω καθόλου. Κινούμαι στο χώρο σαν να το κάνω πρώτη φορά, ακόμα κι αν το κάνω κάθε μέρα. Έχω στιγμές που συνδέομαι με τον εαυτό μου και φαίνεται, και άλλες που μοιάζω πάλι να έχω παραμείνει σε προηγούμενη ηλικία, μαζί με τα συναισθήματα και τις αυτόματες σκέψεις τους. Δημιουργώ τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες της αποτυχίας μου. Είναι τόσο εύκολο να είμαι θύμα, θύτης ή διασώστης στο τρίγωνο του δράματος, που ξεχνάω πως είμαι ενήλικας. Ξεχνώ τι πραγματικά χρειάζομαι. Ξεχνώ πως χρειάζομαι να κάνω προπόνηση στο ποι@ θέλω να είμαι. Μέσα στον συνεχή φόβο της κριτικής είναι εύκολο να χαθώ και να πέσω πάλι στα γνώριμα μονοπάτια της απόσυρσης ή της άμυνας/επίθεσης. Συχνά ξεχνώ πως είναι καιρός να γίνω γονέας του εαυτού μου.


Σα μια γκαρνταρόμπα που δοκιμάζω ξανά και ξανά, ο τύπος άγχους μου με ωθεί προς συμπεριφορές που με δυσκολεύουν αλλά και με ξεχωρίζουν από τους άλλους. Κάπως, σα να μην αισθάνομαι άνετα μέσα στο δέρμα μου, ότι κι αν κάνω. Ίσως, κατά τη διάρκεια, αναζητήσω θεραπείες για τα συγκεκριμένα προβλήματα που βλέπω σα βουνά μπροστά μου, αντί να δω το όλον. Ίσως αναζητήσω τη λύση σε σχέσεις που μοιάζουν να επιβεβαιώνουν το πόσο απειλητικός είναι ο κόσμος. Ίσως εστιάσω σε οτιδήποτε μεμονωμένο "μου συμβαίνει" για να βγάζει νόημα η ιστορία μου: "Είμαι πολύ καλός και γι αυτό με εκμεταλλεύονται" ίσως λέω στο περιβάλλον μου. "Είμαι άσχημη και άγαρμπη, γι αυτό είμαι μόνη" θα μου πω σε μένα κάποιο δύσκολο πρωινό και οι αφηγητές να λένε κάτι του στυλ "καλό παιδί, αλλά δεν αντέχεται για πολύ", "δεν ξέρω, μου βγάζει κάτι το ψεύτικο". Και πως να μη λένε τέτοια, μια και είναι όλα ρόλοι, φτιαγμένοι για να με κρατούν σε κάποια υποτυπώδη συνοχή. Η συνεχής πάλη για την ύπαρξη, μοιάζει σαν να μην ξέρω κολύμπι και να προσπαθώ, μέσα στον πανικό μου, να επιπλεύσω χτυπώντας το νερό. Είναι εξουθενωτικό τα κομμάτια μου να μην συνδέονται όσο και όπως αν τα πιέσω μαζί.


Είναι λοιπόν οι φορές που αυτά τα κομμάτια θα τα συνθέσω, ένα-ένα. Κάποια μάλιστα από αυτά ίσως προσπαθήσω να τα αγνοήσω, είτε διότι "δεν ταιριάζουν με την αφήγηση", είτε διότι δεν μπορώ να δω πιο βαθιά στη σημασία τους για μένα, είτε -το δυσκολότερο- το περιβάλλον που έχω βρεθεί πιστεύω πως δεν θα τα αποδεχθεί, οπότε δεν θα αποδεχθεί κι εμένα: "Άμα τους το πω, θα τους σκοτώσω". "Θα χάσω τη θέση μου άμα μάθουν τι πραγματικά είμαι". "Δε θα καταλάβουν, οπότε γιατί να προσπαθήσω"; "Ποτέ δε με κατάλαβαν, τώρα θα το κάνουν"; "Δεν ξέρω πως να τους το πω, οπότε θα με παρεξηγήσουν ΣΙΓΟΥΡΑ"!


Αλήθεια δεν είναι όλες οι στιγμές για όλες τις αποκαλύψεις και όλοι οι άνθρωποι για όλες τις πληροφορίες. Χρειάζεται να επιλέγω το χώρο, το χρόνο και τον τρόπο που θα πω ότι πω, ΑΝ χρειάζεται να το πω. Αν ότι πω είναι για να δικαιολογηθώ, τότε είναι πολύ νωρίς. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα -ίσως μάλιστα κάνει κακό- να λέω μισές ιστορίες, ή ιστορίες που δεν είναι όλη η αλήθεια μου. Χρειάζομαι να καταλάβω πρώτα εγώ "το όλον" του εαυτού μου, όχι απαραίτητα ορθολογικά αλλά κυρίως βιωματικά και συναισθηματικά. Όσο τα κομμάτια μου βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους, η ιστορία μου θα μοιάζει με ανέκδοτο χωρίς τελική ατάκα. Είναι δύσκολο να βάζω ουσιαστικούς στόχους χωρίς να ξέρω τι θέλω και δεν μπορώ να ξέρω τι θέλω αν δεν έχω συνομιλήσει με όλα τα κομμάτια μου που θέλουν διαφορετικά πράγματα το κάθε ένα.


Έχω δουλειά να κάνω με τον εαυτό μου. Χρειάζομαι να με δω από πολλές γωνίες πριν αποφασίσω πως αυτό που βλέπω "είναι οκ για μένα", είτε με τη βοήθεια άλλων είτε χωρίς. Χρειάζεται να με αποδεχτώ εγώ πριν να έχω την αξίωση να με αποδεχτούν οι άλλοι. Χρειάζεται να με καταλάβω εγώ πριν προσπαθήσω να με μοιραστώ πιο βαθιά.


Για να είμαι αυτό που είμαι τώρα, έχω χτυπήσει και έχω ραγίσει, έχω σπάσει και έχω κολλήσει και το αποτέλεσμα χρειάζεται να με ικανοποιεί, γιατί αυτό είναι το μόνο που πραγματικά έχω: Το πολύπτυχο έργο τέχνης που είμαι εγώ.