Μεταβάσεις και ταυτότητα - Όσοι με γνωρίζουν...


(αν προτιμάτε μπορείτε να ακούσετε το podcast εδώ)



Όσοι με γνωρίζουν, για πολλά χρόνια με είχαν κατανεμημένο στα κουτάκια του μυαλού τους ως "κομπιουτεράς", ακόμα κι αν είχα σταματήσει τις τεχνικές δραστηριότητες στην εργασία μου για πάνω από μια δεκαετία. Έχοντας δουλέψει σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες του χώρου, αν και αλλάζοντας θέσεις μέσα σε αυτές, η σχέση μου με την πληροφορική, με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα συστήματα έμοιαζε για δεκαετίες μέρος της ταυτότητάς μου. Άλλωστε, σε τέτοιες εταιρίες, το τι γράφει η κάρτα σου είναι σημαντικό, είτε για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους, είτε για οικονομικούς. Ακόμα μου τηλεφωνούν φίλοι, οικογένεια, γνωστοί να με ρωτήσουν "τι σημαίνει αυτό που τους έβγαλε στην οθόνη" και "πως μπορούν να κάνουν το τάδε" στην ηλεκτρονική συσκευή τους. Είναι λίγο σαν να λες σε μια μάζωξη πως είσαι γιατρός. Πάντα θα βρεθεί κάποιος να σε ρωτήσει "για το εξάνθημα που έβγαλε εδώ να" ακόμα κι αν είσαι οφθαλμίατρος.


Η εργασία μας συχνά είναι όχι μόνο μέρος της ταυτότητάς μας, αλλά είναι μάλιστα και το πρώτο πράγμα που σκέφτονται οι άνθρωποι όταν ακούνε/λένε το όνομά μας. Το "κάνω" και το "είμαι" είναι συχνά αντιμεταθετικά. Όταν γνωρίζουμε ένα άτομο, μετά την πρώτη μισή ώρα έχουμε βγάλει ήδη μια άποψη που θα πάρει πολύ περισσότερο χρόνο για να αλλάξει. Η διαδικασία αυτή είναι για λόγους "εγκεφαλικής οικονομίας", ώστε να μπορούμε να ανασύρουμε την πληροφορία αν χρειαστεί πιο εύκολα. Άλλωστε, πόσα πρόσωπα βλέπουμε στη ζωή μας; Πόσους ανθρώπους γνωρίζουμε;

Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν «έτυχε» και αυτή ήταν μια σημαντικότατη "άποψη" των άλλων για μένα.


Ήταν μια στιγμή «α-χα!» στη ζωή μου, όταν ανακάλυψα, σε κάθε σε κάθε βαθμίδα των έργων της πληροφορικής, πως το μεγαλύτερο τεχνικό πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε «τοποθετούνταν ανάμεσα στην καρέκλα και την οθόνη». Ήταν δηλαδή ο ανθρώπινος παράγοντας που "χαλούσε" την αποδοτικότητα των μηχανών. Κατόπιν, ανακάλυψα πως στον τομέα αυτό απλά "βρέθηκα" από χόμπι και... "ξέμεινα". Για μένα, ήταν απλά "μια δουλειά". Τι μπορούσα να κάνω όμως, ενώ ήταν και ίσως το σημαντικότερο κομμάτι της ταυτότητάς μου; Μετά από θεραπεία για το άγχος που με κατέλυε, ανακάλυψα πως αυτή η ταυτότητα δεν με χωρούσε. Έτσι, αποφάσισα πως ήταν καιρός για μια αλλαγή. Μια μεγάλη αλλαγή που χρειαζόταν να γίνει με τέτοιο τρόπο, ώστε η μετάβαση σε μια καινούρια πραγματικότητα να είναι τόσο λειτουργική όσο και εσωτερική. Αυτό όμως ήταν κάτι που δεν ήξερα να το κάνω.

Γνώριζα πως να αντιμετωπίζω αλλαγές που δεν εξαρτιόνταν από εμένα: Από παιδί, είχαμε κάνει πολλές μετακομίσεις με τους γονείς μου, τόσο, που σε κάθε σχολείο ήμουν "ο καινούριος", με ότι συνεπάγεται αυτό. Έπρεπε να προσέχω τι θα πω, στο τι θα κάνω και γενικά: "τους ανθρώπους τους φοβόμαστε γιατί μας φοβούνται" –επειδή το άγνωστο μπορεί να είναι και επικίνδυνο. Αργότερα, είχα "πάθει" και άλλες αλλαγές. Αλλαγές και στην διαμονή, στην εργασία, ατυχήματα, καταστάσεις.. .


Γνώριζα επίσης πως να αντιμετωπίζω αλλαγές που τις είχα δρομολογήσει εγώ, είτε γρήγορα, είτε αργά: Σπουδές εκτός έδρας, μετεκπαιδεύσεις. Είχα αλλάξει χώρες δράσης, βαθμίδες, άλλοτε με επιτυχία άλλοτε όχι τόσο. Αρκετές φορές επίσης έφευγα από εταιρίες χωρίς να συνειδητοποιώ το γιατί. Μια δικαιολογία την έβρισκα πάντα, φυσικά. Η ουσία ήταν σε κάποιο ασαφή «προορισμό» και όχι τόσο στο ταξίδι. Φυσικά, είχα αλλάξει και την ερωτική μου κατάσταση σε σχέσεις που πίστευα πως θα κρατούσαν ανάλογα με το πόσο θα προσπαθήσω εγώ. Όταν ανέβαιναν οι τόνοι, κατέβαζα το "εγώ" μου για να μην γίνει "έκρηξη". Τον υπόλοιπο καιρό, παραπονιόμουν σε όποιον ήθελε να ακούσει, πως δεν ήμουν ευτυχισμένος. Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη μου για τον έλεγχο της κατάστασης ήταν μεγάλη, γιατί την αλλαγή την φοβόμουν όσο και την αγαπούσα.


Η ανάγκη μου να -νομίζω πως- ελέγχω την αλλαγή, πίστευα πως ήταν το ίδιο με την μετάβαση. Πολλές από αυτές τις, άλλοτε συνειδητές, άλλοτε υποσυνείδητες συμπεριφορές τις έχω ακόμα και τώρα, απλώς ήρθε κάποια στιγμή, που δεν μπορούσα να κρυφτώ πίσω από το "δεν ξέρω". Πια ΞΕΡΩ πως η αδυναμία μου να κάνω μεταβάσεις, μου κοστίζει πολλά.


Μια μετάβαση, σύμφωνα με την Βιρτζίνια Σατίρ ή τον Γουίλιαμ Μπρίτζες, δεν είναι μόνον το να κάνεις αλλαγή. Δεν είναι καν απλά ένα συνεχές από το τέλος ενός πράγματος στην αρχή κάποιου άλλου. Μας φαίνεται λογικό πως όταν στη ζωή μας έρχεται μια σημαντική αλλαγή -συναισθηματικά φορτισμένη-, κάτι περιμένουμε να τελειώσει και κάτι άλλο να αρχίσει. Είναι εύλογο επίσης πως χρειάζεται σεβασμό και κατανόηση ο χρόνος που δώσαμε για να χτίσουμε μια ταυτότητά μας. Αξίζει λοιπόν και ένα είδος ανασκόπησης. Για την νέα αρχή που περιμένουμε (με θετικό ή αρνητικό πρόσημο) μας μοιάζει για μια επικείμενη μηχανική "μετασκευή" της ζωής μας. Είναι όμως αυτό;

Με εμένα για παράδειγμα -μια και σας έχω ήδη ξεκινήσει πριν- άφησα τη δουλειά "με τα κομπιούτερ" όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο πατέρας μου και ξεκίνησα την ενασχόλησή μου με την ψυχική υγεία. Στον εαυτό μου το δικαιολογούσα ως λογική συνέχεια. Μετακινήσεις από τα τεχνικά, στις πωλήσεις, εκπαιδευόμενος στις δεξιότητες πωλήσεων, έμοιαζα σαν να έκανα μια καμπύλη προς τον τομέα της εφαρμοσμένης ψυχολογίας. Έτσι δηλαδή μου ήταν και πιο εύκολο να εξηγήσω σε "ξένους" και "δικούς μου". Ήξερα τι έκανα και γιατί το έκανα και ήμουν "κατανοητός" και "αξιόπιστος". Χρειαζόμουν κάπως να εξηγήσω, ίσως να δικαιολογήσω, το ποιος ήμουν. Έπρεπε κάπως να παραμείνω ο ίδιος στο νου τους... (ΚΑΙ για αυτούς ΚΑΙ για μένα).


Αυτό που βλέπουμε ως αλλαγή όντως περιλαμβάνει ένα τέλος, είναι μία πραγματική απώλεια, ένα πένθος, μία θλίψη, μία εξαφάνιση του παλιού μας εαυτού. Αυτό που τελειώνει περιέχει ένα πένθος. Κατά την Κούμπλερ-Ρος, τα βήματα από την άρνηση και τον θυμό, στη διαπραγμάτευση και τη θλίψη, η αποδοχή της αλλαγής είναι αυτή που τελικά φέρνει την αναζωογόνηση του καινούργιου. Μην ξεχνάμε πως με τους συνεχείς θανάτους των κυττάρων μας και την επικείμενη γέννηση νέων, δεν είμαστε ποτέ οι ίδιοι άνθρωποι που γεννηθήκαμε. Αλλάζουμε για να επιβιώσουμε.

Μια μετάβαση όμως, έχει και ένα ενδιάμεσο κομμάτι που η μεν Σατίρ λέει "χρήσιμο χάος", ο δε Μπρίτζες "ουδέτερη ζώνη". Το περιγράφουν και οι δύο ως μια αόριστη, χρονικά, περιοχή όπου είμαστε "χαμένοι". Το συνειδητό μας βρίσκεται στο κενό και το υποσυνείδητό μας "παλεύει να ενώσει τις τελείες" για να αποκτήσουμε μια νέα εικόνα του εαυτού μας. Είναι επόμενο, λοιπόν, στην ενδιάμεση κατάσταση να αισθανόμαστε "χαμένοι". Είναι μια κατάσταση που όσο περισσότερο προσπαθούμε να την πιέσουμε να βγάζει λογικό νόημα, τόσο αυτή μας διαφεύγει επίμονα, Όσο περισσότερο την οριοθετούμε γλωσσικά, τόσο μας αντιστέκεται φέρνοντάς μας ακόμα πιο "παράλογες" καταστάσεις να αντιμετωπίσουμε, γιατί απλά η βάση των πραγμάτων, η παλιά μας ταυτότητα, δεν υπάρχει. «Ο αριθμός που καλέσατε, δεν υπάρχει…» ή “division by zero” που λένε στην πληροφορική.


Ακόμα και μεταφυσικά να το δούμε, ανάμεσα στη ζωή και στην "μετά θάνατο κατάσταση" όποια κι αν είναι αυτή, περιγράφεται, στην συντριπτική πλειοψηφία των λαών της γης, ένα είδος "καθαρτηρίου" όπου οι ψυχές (η ουσία του κάθε ανθρώπου) περνά για να αποκτήσει μια συναισθηματική κατανόηση πριν πάει στην επόμενη κατάστασή της. Μετά το ένα τέλος και πριν την επόμενη αρχή, μένουμε με την ανάγκη για εκτίμηση του προηγούμενου και την προσδοκία του επόμενου ως μεταβατική περίοδο. Γενικά, η διαδικασία του καθαρτηρίου «πονάει» γιατί βλέπουμε την αλήθεια μας. Αν αγνοήσουμε αυτό το "καθαρτήριο" τότε κινδυνεύουμε να παραμείνουμε "ένα poltergeist", ένα χαμένο πνεύμα δηλαδή, που γυρίζει άσκοπα σε μια ενδιάμεση κατάσταση χωρίς σκοπό, χωρίς ουσία, χωρίς πλήρωση.

Είτε έχουμε μεταφυσικές αναζητήσεις όμως, είτε όχι, η μετάβαση περιέχει μια διαδικασία αποσύνδεσης, αποσυναρμολόγησης, αποταυτοποίησης, απογοήτευσης και αποπροσανατολισμού. Αυτό που είπα είναι υπερσυμπυκνωμένο, το ξέρω, αλλά κάθε λέξη έχει την λειτουργία της. Φυσικά επίσης, αυτές οι διαδικασίες, επόμενο είναι να προκαλούν συναισθήματα αβεβαιότητας, άρνησης, σύγχυσης, εκνευρισμού, δισταγμού. Είναι δύσκολα συναισθήματα, όσο ανθρώπινα και να είναι. Ενίοτε επειδή τα φοβόμαστε, αποφεύγουμε να τελειώσουμε μια κατάσταση που έμοιαζε να τελειώνει. Όμως βλέπετε, κάποια συναισθήματα... "έχουν βγάλει κακό όνομα". Ό,τι είναι να τελειώσει, χρειάζεται να τελειώσει. Η ενδιάμεση κατάσταση είναι απαραίτητη για να δημιουργηθεί κάτι καινούριο. Αυτό πάλι που βλέπουμε ως νέα κατάσταση, δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια αναγέννηση. Ένα μέρος του εαυτού μας πεθαίνει μαζί με τις παλιές συνήθειες και γεννιέται ένα νέο, με καινούργιες.


Δεν θα σας μπλέξω άλλο με κουραστικά μεταφυσικά και ασαφή. Θα σας πω μόνο πως η δική μου μετάβαση από μια "ταυτότητα πληροφορικάριου" σε κάτι άλλο, αρχικά έμοιαζε τρομακτική και την απέφευγα, γιατί νόμιζα πως έπρεπε να αφήσω πίσω μου και τα κομμάτια της τεχνολογίας που μου άρεσαν. Τελικά, κατάλαβα πως δεν χρειαζόταν να αφήσω να πεθάνει η "πληροφορική" για να αναγεννηθεί η ελπίδα μου. Απλά χρειαζόταν να αφήσω πίσω μου την "ταυτότητα" που είχα δομήσει. Μου πήρε χρόνια να αποκτήσω μια ιδέα για το τι ήθελα να μετουσιώσω στην επόμενη επαγγελματική -και λειτουργική- κίνησή μου. Ήταν αυτά τα κομμάτια που ήθελα πραγματικά να κρατήσω, προκειμένου να πλησιάσω την ευτυχία "ένα τσικ περισσότερο" -που λέει μια φίλη μου (φυσικά το «τσίκ» είναι η γνωστή παγκόσμια μονάδα μέτρησης. Τι; Δεν με πιστεύετε;). Ακόμα όμως, δεν μπορώ να σας πω που βρίσκεται η προσπάθεια για μια νέα ταυτότητα, καθότι είναι έργο σε εξέλιξη. Δεν μπορώ να πω καν πως με ενδιαφέρει τόσο πια. Αυτό που μου απορροφά την προσοχή, αλλά όχι την ενέργεια -το ανάστροφο μάλιστα, με ενεργοποιεί- είναι περισσότερο το "κάνω" παρά το "είμαι". Επιτέλους σιγά-σιγά διαχωρίζονται τα ρήματα και η ουσίες τους.


Πλέον, οι αλλαγές για μένα γίνονται κάτι πολύ περισσότερο διαδικασίες από πιθανές επικείμενες καταστροφές. Ξέρω πως θα χάνω πράγματα σε κάθε αλλαγή, όμως τώρα έχω περισσότερη ελπίδα πως η επόμενη εγγραφή στην κασέτα της ζωής μου θα είναι πιο δυνατή και «χορταστική». Γιατί; Διότι πλέον οι ισορροπίες είναι δυναμικές όπως και η ταυτότητά μου.

Ε, κι όταν με ρωτάνε τι είμαι -επαγγελματικά- συνήθως μιλώ με ρήματα, με δράσεις, περισσότερο σε αυτούς που πιστεύω πως θα καταλάβουν. Για τους υπόλοιπους, χρησιμοποιώ μια ιδιότητα που να ταιριάζει την κάθε φορά, και... ότι καταλάβουν κατάλαβαν. Εγώ ξέρω αρκετά «τσικ» παραπάνω τι κάνω και αυτό με βοηθά να απολαμβάνω τη μετάβαση και να έχω την αυτοπεποίθηση που χρειάζομαι. Όχι πως δεν αμφισβητώ τι κάνω, απλώς η αμφισβήτηση εδώ είναι μια πρόκληση για βελτίωση όχι εμπόδιο. Είναι τόσο φυσικό όσο η πτήση για τα πουλιά.


Ο Ντάγκλας Άνταμς είχε πει στο βιβλίο του «Αντίο και Ευχαριστούμε για τα Ψάρια» πως «…ο πιο απλός τρόπος για να πετάξει κάποιος είναι να πέσει και την τελευταία στιγμή να περισπαστεί τόσο από κάτι, που να αστοχήσει στο να πετύχει το έδαφος…».